Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020

Ιδρυματοποίηση και Ψυχική Ασθένεια


            Οι ψυχικές ασθένειες συναντώνται και αναγνωρίζονται σε διάφορους πολιτισμούς, με την ιστορία της αντιμετώπισής τους να χάνεται στην αρχαιότητα. Αρχικά, τόσο τα αίτια όσο και η αντιμετώπιση σχετίζονταν με θρησκευτικές πεποιθήσεις. Στην πορεία, και σταδιακά, εξερευνάται η ιατρική αιτιότητα, και ξεκινούν οι πρώτες συστηματικές προσπάθειες για διαχείριση του ψυχικά ασθενούς. Από τον 17ο και 18ο αιώνα δημιουργήθηκαν τα ‘άσυλα’- μία πρώιμη μορφή των ψυχιατρικών δομών, τα οποία χαρακτηρίζονται από απάνθρωπες και υπερβολικές μεθόδους περιορισμού και αντιμετώπισης των ασθενών. Ο ψυχικά ασθενής θεωρούνται κίνδυνος για τον εαυτό και την κοινωνία, χωρίς ελπίδα βελτίωσης, έτσι σκοπός ήταν η απομάκρυνσή του από το σύνολο. Σταδιακά τα άσυλα υιοθέτησαν ανθρωπιστική νοοτροπία, και εξευγένισαν τις μεθόδους τους, παράλληλα με εξέλιξη της ιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης. Βέβαια, η πιθανότητα του χρόνιου εγκλεισμού των ασθενών παρέμεινε μεγάλη.
            Στο παρόν, και ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, οι ψυχιατρικές δομές είναι ξεκάθαρα ανθρωπιστικές και προσφέρουν στοχευμένη θεραπεία. Παρά τις προσπάθειες βέβαια, πολλοί ασθενείς παραμένουν έγκλειστοι για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, χωρίς δυνατότητα απορρόφησης στο κοινωνικό σύνολο. Το γεγονός αυτό εγείρει ερωτήματα γύρω από την αποτελεσματικότητα των προσφερόμενων θεραπειών και δομών: είναι ακόμα σκοπός η απομάκρυνση του ατόμου από την κοινωνία ή η θεραπεία και επαναφορά;
            Οι λόγοι για τους οποίους ένα άτομο μπορεί να μετατραπεί σε χρόνιο ένοικο δομής είναι πολλοί, όπως το να βιώνει έντονη έκφανση της πάθησης, ή να μην υπάρχει δυνατότητα- ή και επιθυμία- διαχείρισης από τον περίγυρο. Το αποτέλεσμα βέβαια είναι το ίδιο: η πραγματικότητα του ατόμου περιορίζεται στο εσωτερικό της δομής. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην ιδρυματοποίηση του ασθενούς, δηλαδή την εξοικείωση του ατόμου με την ροή της δομής και την ζωή σε αυτή σε τέτοιο βαθμό που να αδυνατεί να ζήσει εκτός αυτής.
            Η ιδρυματοποίηση έχει διάφορες εκφάνσεις. Το άτομο παύει να ασχολείται με καθημερινές υποχρεώσεις (όπως την δημιουργία γευμάτων, την τακτοποίηση του χώρου ή την οικονομική διαχείριση), γεγονός που μειώνει την λειτουργικότητά του. Έτσι μαθαίνει να εξαρτάται από την δομή και το πρόγραμμα αυτής. Κατ’ επέκταση, η καθημερινότητα μετατρέπεται σε ρουτίνα, με τις περισσότερες ώρες της ημέρας να περνούν στην απραξία, κάτι που έχει αρνητικό αντίκτυπο στο άτομο τόσο γνωστικά, όσο και συναισθηματικά. Με τον καιρό, η ιδρυματοποίηση αφήνει το στίγμα της στον ίδιο τον χαρακτήρα και τον πυρήνα του εαυτού του ατόμου, του οποίου η ταυτότητα περιορίζεται στην έννοια του ‘ασθενή’. Στην περίπτωση που το άτομο έχει αποδεχθεί την χρονιότητα του εγκλεισμού, χάνεται η ελπίδα, μα και η προσπάθεια ουσιαστικής διαχείρισης των συμπτωμάτων- τόσο από το άτομο, όσο και από τους επαγγελματίες υγείας, που επιλέγουν (συνειδητά και ασυνείδητα) να εστιάσουν σε περιστατικά βραχείας νοσηλείας. Αντίθετα, εάν το άτομο επιθυμεί και ελπίζει στην έξοδό του, βιώνει μία επαναλαμβανόμενη ματαίωση. Όλα αυτά ενισχύουν (και ενισχύονται) από την συμπτωματολογία της εκάστοτε πάθησης, μειώνοντας δραματικά την λειτουργικότητα του ατόμου, την ποιότητα ζωής του, μα και την επιθυμία του για ζωή.
            Αξίζει να σημειωθεί πως ο χρόνιος εγκλεισμός ατόμων σε δομές δεν επηρεάζει αποκλειστικά τα ίδια τα άτομα. Η ιδρυματοποίηση μπορεί να αντηχεί αρνητικά και στους υπόλοιπους (πιο λειτουργικούς) ασθενείς του πλαισίου, υπονομεύοντας την πρόοδό τους, εξαιτίας της διαρκούς συναναστροφής με ή χωρίς δομή (δηλαδή είτε στις ‘ελεύθερες ώρες’ των ατόμων, είτε σε ομαδικές δραστηριότητες, όπως φαγητό, ή ψυχοθεραπεία). Έτσι το πλαίσιο αποκτά έναν χαρακτήρα αρνητικό, που παρά τις προσπάθειες οδηγεί σε κακή ποιότητα ζωής (των ασθενών, μα και των εργαζομένων). Επιπλέον, το κόστος παραμονής του ατόμου στην δομή είναι μεγάλο, τόσο για ιδιώτες όσο και για το κράτος, κάτι που αναγκαστικά υποβαθμίζει τις προσφερόμενες υπηρεσίες και την ποιότητά τους.
            Πάνω από όλα, τόσο ως επαγγελματίες ψυχικής υγείας, όσο και ως κοινωνικό σύνολο, αξίζει να αξιολογήσουμε τον σκοπό των ψυχιατρικών δομών, και την αποτελεσματικότητά τους, και να παρατηρήσουμε τον οξύμωρο συνδυασμό προσφοράς θεραπείας και έλλειψης στόχου βελτίωσης.
            Παρόμοιες παρατηρήσεις έγιναν τις προηγούμενες δεκαετίες στην Αγγλία, όπου αναγνωρίστηκε η υπονόμευση της ψυχικής υγείας από τα ίδια τα ψυχιατρικά πλαίσια, εξαιτίας της αυξημένης πιθανότητας χρόνιου εγκλεισμού των ατόμων. Οι προβληματισμοί αυτοί οδήγησαν στην δημιουργία και διεξαγωγή σχεδίου ‘από- ιδρυματοποίησης’ των ατόμων, και την εστίαση στην αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας όχι από πλαίσιο εγκλεισμού, μα από την κοινότητα. Έτσι γεννήθηκε η κοινοτική ψυχιατρική, η οποία ναι μεν στηρίζει την παραμονή του ατόμου σε πλαίσιο όταν αυτό είναι απαραίτητο, μα την περιορίζει χρονικά στο απολύτως απαραίτητο διάστημα (για παράδειγμα μέχρι το πέρας της υποτροπής), μα προωθεί κυρίως ψυχοκοινωνικές δομές εντός κοινότητας (θεραπευτικά για τους πάσχοντες και υποστηρικτικά για τους συγγενείς τους). Η διαδικασία έχει υπάρξει πολύπλοκη και γεμάτη εμπόδια, καθώς οι αλλαγές και οι απαιτήσεις αυτής ήταν και παραμένουν μεγάλες. Πάραυτα, η αποτελεσματικότητα της κοινοτικής υποστήριξης είναι εμφανέστατη ερευνητικά και κλινικά: οι πάσχοντες λαμβάνουν αποτελεσματική φαμρακευτική και ψυχολογική θεραπεία, η οποία ενισχύεται από την ελπίδα επιστροφής στην ‘πραγματικότητα’ και την ίδια την επιστροφή, η οποία εκτυλίσσεται ομαλά, και με πολύπλευρη παρακολούθηση και στήριξη (τόσο ψυχοκοινωνικά όσο και οικονομικά), του ατόμου και του πλαισίου του, μειώνοντας τις πιθανότητες υποτροπής ή οξείας κρίσης.
Αξίζει να σημειωθεί πως η από-ιδρυματοποίηση προωθεί παράλληλα και την μείωση του στίγματος γύρω από την ψυχική ασθένεια, καθώς και την προώθηση της ψυχικής υγείας: ο ψυχικά ασθενείς, ή εκείνος που έχει παραμείνει έγκλειστος σε δομή για κάποιο διάστημα δεν είναι πλέον μία φιγούρα επικίνδυνη και τρομακτική, και η ψυχική ασθένεια απομυθοποιείται. Αντιθέτως, αυτές οι πεποιθήσεις ενισχύονται μέσα από την συναναστροφή με χρόνια έγκλειστους ασθενείς και τις δομές που τους περικλείουν.
Δείγματα παρόμοιων προσπαθειών έχουν υπάρξει και σε αρκετές άλλες χώρες. Στην Ελλάδα γίνεται προσπάθεια για την μείωση του χρόνου παραμονής στο πλαίσιο, μα η από- ιδρυματοποίηση των ήδη χρόνιων ασθενών δεν αποτελεί στόχο.
Ας ελπίσουμε πως το μέλλον επιφυλάσσει τάσεις εξέλιξης στον τομέα τόσο των κλειστών όσο και των ανοιχτών δομών, με περισσότερο ή λιγότερο γρήγορους ρυθμούς.


Βιβλιογραφία
Chow, W., S., Priebe, S., (2013). Understanding psychiatric institutionalization: a conceptual review, BMC Psychiatry, 13 (169)   
Fakhoury, W., Priebe, S., (2007). Deinstitutionalization and reinstitutionalization: major changes in the provision of mental healthcare, Psychiatry, 6 (8)
Killaspy, H., (2006). From the asylum to community care: learning from experience, British Medical Bulletin, 79 (245-258)
Leff, J., Trieman, N., (2002). Long- term outcome of long- stay psychiatric in-patients considered unsuitable to live in the community, British Journal of Psychiatry, 181, 428-432
Leff, J., Trieman, N., (1999). Long- stay patients discharged from psychiatric hospitals, British Journal of Psychiatry, 576 (217-223)



*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο online περιοδικό Ψυχογραφήματα 

Δράσεις Ideas


Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2019

Ideas

Είμαι Ακόμα Εγώ

'Είμαι Ακόμα Εγώ'
Ο Σεπτέμβρης είναι ο Παγκόσμιος μήνας αφιερωμένος στην άνοια. Έτσι το Ideas στοχεύει στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση, μα και την πρόληψη και κατάλληλη αντιμετώπιση μέσα από ένα σύνολο δράσεων: Δωρεάν Αξιολογήσεις Μνήμης, Δωρεάν Συνεδρίες Ψυχοεκπαίδευσης, Δημιουργική Συνεργασία με Καλλιτέχνες, και Ενημερωτικά Βίντεο.

Στο Ideas εστιάζουμε στην διατήρηση του εαυτού, με σκοπό την βελτίωση της ποιότητας ζωής των ατόμων με άνοια.

www.ideaspsychology.com













Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

Γνωστική Έκπτωση στην Ψυχική Ασθένεια: Αίτια και Αντιμετώπιση




Η ψυχική ασθένεια επηρεάζει το άτομο πολύπλευρα ανεξάρτητα από τον βαθμό στον οποίο εκφράζεται, έτσι απαιτεί και πολύπλευρη αντιμετώπιση.
            Η ψυχική νόσος εμφανίζεται αρχικά με αλλαγές στην δομή και λειτουργία του εγκεφάλου, ανάλογα με την πάθηση και την έκφανση πάντα. Αυτές οι αλλαγές οδηγούν σε διαφοροποιήσεις στους τομείς της αντίληψης, της σκέψης, του συναισθήματος και της συμπεριφοράς.
            Στον τομέα της αντιμετώπισης το άτομο θα χρειαστεί ψυχιατρική παρακολούθηση. Είτε χρειαστεί φαρμακοθεραπεία είτε όχι, είναι σημαντικό να υπάρχει σχέση με ψυχίατρο, ώστε να παρακολουθείτε η πρόοδος των συμπτωμάτων και να αποφεύγεται η υποτροπή. Βέβαια, όταν υπάρχει διαγνωσμένη ψυχική νόσος η χρήση της φαρμακοθεραπείας (έστω σε μικρή δοσολογία) είναι συχνή, και απαραίτητη. Παράλληλα, το άτομο θα χρειαστεί ψυχοθεραπεία, ώστε να υπάρχει διαρκής αντιμετώπιση των δυσλειτουργιών που πηγάζουν από την συμπτωματολογία. Η ψυχοθεραπεία, οποιασδήποτε προσέγγισης, θα εστιάσει στην διαχείριση των συμπτωμάτων νοητικά, συναισθηματικά, ή συμπεριφοριστικά.
            Βέβαια η ψυχική νόσος έχει και μία ακόμα, λιγότερο γνωστή επιρροή στο άτομο- την γνωστική επιρροή. Συχνά τα άτομα με ψυχιατρικές παθήσεις τείνουν να έχουν μειωμένες γνωστικές λειτουργίες, όπως προσοχή, παρατηρητικότητα, γνωστική ευλυγισία και ευελιξία. Ο βαθμός στον οποίο αυτό θα συμβαίνει εξαρτάται από την πάθηση και την έκφανση- όμως τα περισσότερα άτομα το βιώνουν ως κατάσταση. Παράλληλα, η φαρμακολογία, η οποία όπως προαναφέρθηκε είναι συχνά απαραίτητη, επηρεάζει περισσότερο τις γνωστικές δεξιότητες, καθώς η χρόνια φαρμακευτική αγωγή μπορεί να τις επιβραδύνει. Αυτό μεγιστοποιείται σε περιπτώσεις χρόνιων πασχόντων οι οποίοι από την μία βιώνουν εντονότερες εκφάνσεις των συμπτωμάτων (άρα και των γνωστικών ελλειμάτων) και από την άλλη χρειάζονται μεγαλύτερη ή συχνότερη ποσότητα φαρμακολογίας. Τέλος, η γνωστική πτυχή επηρεάζεται περαιτέρω εξαιτίας κοινωνικών παραγόντων: για παράδειγμα ένα άτομο με ψυχική πάθηση που λόγω αυτής δεν εργάζεται συστηματικά θα έχει περισσότερη έκπτωση νοητικά.
            Σε όλες τις περιπτώσεις, η γνωστική πτυχή υπάρχει στην ψυχική ασθένεια, και συχνά παραμελείτε στην αντιμετώπιση αυτής, καθώς δεν αποτελεί τον βασικό στόχο. Πως μπορεί να αντιμετωπιστεί στην πράξη η γνωστική πτυχή σε άτομα με ψυχική ασθένεια, και ιδιαίτερα σε χρόνιους πάσχοντες;
            Αρχικά βοηθούν δραστηριότητες που κινητοποιούν την σκέψη, όντας διασκεδαστικές παράλληλα. Σε αυτές μπορεί να συμπεριληφθούν τα σταυρόλεξα (οποιασδήποτε μορφής) ή το sudoku, τα παζλ, τα επιτραπέζια (γνώσεων, στρατηγικής ή λεκτικά), το σκάκι- ακόμη και το τάβλι. Βέβαια για να είναι αποτελεσματικά όλα αυτά καλό θα ήταν να γίνονται σε συστηματική βάση- όχι απαραίτητα η ίδια δραστηριότητα κάθε φορά, μα δραστηριότητα σε ‘πρόγραμμα’. Πλέον μπορεί να βοηθήσει την γνωστική κινητοποίηση και η τεχνολογία: παιχνίδια μνήμης, προσοχής ή παρατηρητικότητας είναι εύκολα διαθέσιμα σε κάθε υπολογιστή, κινητό ή tablet. Ας μην ξεχνάμε όμως και το βασικό- το διάβασμα πάντα βοηθά (κατά προτίμηση βιβλία, μα και περιοδικά ή εφημερίδα). Ότι δραστηριότητες και αν επιλέξει ο καθένας, το σημαντικό είναι να τις εκτελεί συχνά και με συνοχή, και να μην ‘εγκαταλείπει’ εάν αρχίζουν να μοιάζουν πιο δύσκολες. 
            Εάν αναφερόμαστε σε λειτουργικό άτομο με ψυχική ασθένεια, η γνωστική διατήρηση μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την εκμάθηση νέων δεξιοτήτων. Αυτές μπορεί να συμπεριλαμβάνουν οτιδήποτε αρέσει στο άτομο ή του φαίνεται ενδιαφέρον. Παραδείγματα αποτελούν δραστηριότητες όπως εκμάθηση μίας ξένης γλώσσας, ενός μουσικού οργάνου, ή μαγειρικής.
            Εάν αναφερόμαστε σε λιγότερο λειτουργικό άτομο η γνωστική κινητοποίηση μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ασκήσεις και δραστηριότητες νοητικής ενδυνάμωσης. Αυτές μπορούν να εκτελούνται τόσο σε άτομα που ζουν ‘στο σπίτι’ όσο και σε άτομα που διαμένουν σε κλινικό πλαίσιο. Στην πρώτη περίπτωση, υπάρχουν αρκετά βιβλία τα οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το άτομο μόνο του ή με κάποιο κοντινό του πρόσωπο. Στην δεύτερη περίπτωση, η γνωστική κινητοποίηση είναι ιδιαίτερα απαραίτητη: τα άτομα που χαρακτηρίζονται ως ‘χρόνιοι’ διαμένοντες σε κλινικό πλαίσιο τείνουν να παρουσιάζουν έντονα γνωστικά ελλείματα (λόγω της σοβαρότητας της πάθησης, της αυξημένης δοσολογίας φαρμάκων, την συχνά αυξημένη ηλικία τους) τα οποία γίνονται πιο εμφανή εξαιτίας της μονότονης καθημερινότητας που βιώνουν στο πλαίσιο (παρά τις όποιες προσπάθειες αυτού για δραστηριότητες). Η γνωστική πτυχή μπορεί να γίνει στόχος ομαδικών δραστηριοτήτων του πλαισίου (είτε αναφερόμαστε σε ομαδική ψυχοθεραπεία είτε σε εργοθεραπεία ή κάτι παρόμοιο) και να προγραμματιστεί σε συστηματική βάση. Οι ήδη υπάρχουσες δραστηριότητες μπορούν να συμπεριλάβουν και μία γνωστική πτυχή είτε υπό την μορφή ασκήσεων νοητικής ενδυνάμωσης (που θα βοηθήσουν γνωστικά μα μπορεί να μην κινήσουν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον) είτε μέσω ομαδικών παιχνιδιών. Αυτά μπορεί να είναι λεκτικά (όπως κρεμάλα, ή μάντεψε ποιος), κιναισθητικά (όπως παιχνίδι με μυρωδιές), ή διαδραστικά (όπως παντομίμα). Τέτοια παιχνίδια μπορούν τόσο να εξασκήσουν το νου όσο και να χαρίσουν στιγμές κεφιού στην ομάδα (έχοντας πάντα κατά νου πως όλοι είμαστε νικητές σε ένα παιχνίδι).
            Συνολικά η διατήρηση ενός ικανοποιητικού και λειτουργικού γνωστικού επιπέδου θα επηρεαστεί και από τον ευρύτερο τρόπο ζωής του ατόμου, άρα κατ’ επέκταση μπορεί να προωθηθεί μέσω αυτού. Ένα άτομο κοινωνικά (και εφόσον είναι δυνατό) και εργασιακά ενεργό, με υγιή τρόπο ζωής (σωστό ύπνο και διατροφή, άσκηση), και ενδιαφέροντα είναι πιο πιθανό να μην επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό γνωστικά από την ψυχική του πάθηση.   
            Καταληκτικά, ως επαγγελματίες ψυχικής υγείας οποιασδήποτε μορφής, καλό είναι να έχουμε κατά νου την πιθανότητα γνωστικής έκπτωσης στην αλληλεπίδραση με άτομα με ψυχική νόσο- έτσι ας αφήσουμε κατά μέρους τις πολύπλοκες εξηγήσεις καθώς μπορεί να δυσκολεύουν, και ας εστιάσουμε και στο γνωστικό κομμάτι (όσο χρειάζεται στον καθένα), καθώς κάτι τέτοιο μπορεί να προωθήσει και ευρύτερους θεραπευτικούς στόχους.



Βιβλιογραφία

Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία, (2000). Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών, 4η έκδοση, Washington D.C, Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία
Σαραφίδου, Σ., (2018). Ιδέες: Δραστηριότητες για την Άνοια, Αθήνα, Εκδόσεις Οσελότος.
Χριστοπούλου, Α., (2008). Εισαγωγή στην Ψυχοπαθολογία του Ενήλικα, Αθήνα, Εκδόσεις Τόπος
Χαρτοκόλλης, Π., (1991). Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο




Σημείωση: Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο online περιοδικό Ψυχογραφήματα στις 11/02/19


https://www.psychografimata.com/%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%AD%CE%BA%CF%80%CF%84%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CF%83%CE%B8%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9/

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Θεραπευτική Στασιμότητα


Συνήθως αναζητάμε θεραπεία επειδή επιζητούμε την αλλαγή. Υπάρχει κάποιο δυσλειτουργικό στοιχείο (στην ζωή ή την προσωπικότητα) το οποίο το άτομο επιθυμεί να αλλάξει, μετατρέποντάς το σε λειτουργικό και αρμονικό. Με λίγα λόγια, το άτομο επιθυμεί την βελτίωση, ότι και αν σημαίνει αυτό για τον καθένα. Αυτό ισχύει τόσο για τον υγιή πληθυσμό, όσο και για άτομα με ψυχοπαθολογία.
            Τι συμβαίνει όμως όταν η φύση της νόσου είναι τέτοια που δεν επιτρέπει την δυνατότητα βελτίωσης? Κάποιος μπορεί να πάσχει από κάποια πάθηση η οποία να μην επιδέχεται αλλαγή, να μην μπορεί να μετριαστεί με φαρμακοθεραπεία και ψυχοθεραπεία. Τέτοια παραδείγματα είναι αρκετά: εξελικτικές παθήσεις (όπως σύνδρομο Down), ή νευροεκφυλιστικές παθήσεις (όπως σκλήρυνση) δεν είναι σπάνιες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα συμπτώματα δεν μπορούν να υποχωρίσουν, μόνο να αυξηθούν, μειώνοντας σταδιακά κι άλλο την λειτουργικότητα του ατόμου. Σε αυτή την κατηγορία υπόκειται και η άνοια (όλων των τύπων), που παρουσιάζει έντονα φθίνουσα πορεία.
            Εάν δεν μπορεί να επέλθει αλλαγή λοιπόν, τι μπορεί να γίνει? Σε τέτοιες περιπτώσεις προοδευτικών παθήσεων του εγκεφάλου, αντί να αναζητούμε την μη- επιτεύξιμη αλλαγή, μπορούμε να στοχεύσουμε στην Θεραπευτική Στασιμότητα.
            Ζώντας με μια τέτοια πάθηση σημαίνει πολλά για το άτομο. Μπορεί να έχει γνωστικά ελλείμματα, συναισθηματική ένταση, πρακτικούς περιορισμούς. Έτσι, κάποια στιγμή είναι πιθανό το άτομο να ξεκινήσει θεραπεία- είτε φαρμακοθεραπεία, είτε κάποιας μορφής ψυχοθεραπεία*, ή και τα δύο, ανάλογα τις ανάγκες. Αυτό μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο προόδου της νόσου.   Όταν λοιπόν το άτομο ξεκινήσει θεραπεία σε κάποιο στάδιο θεραπεία, πρώτος στόχος είναι η σταθεροποίηση και η άμεση διαχείριση. Η άμεση διαχείριση αναφέρεται σε ζητήματα επείγοντα (για παράδειγμα επιθετικότητα και ξεσπάσματα θυμού). Κάτι τέτοιο είναι πιθανό να γίνει με φαρμακοθεραπεία, όπως και στο καθαρά ψυχιατρικό κομμάτι. Η σταθεροποίηση αναφέρεται στο να  διακοπεί η γρήγορη πρόοδος της νόσου, και αυτή να επιβραδυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο, χωρίς να προξενήσει περαιτέρω ελλείμματα στο άτομο.
            Στην πορεία, όταν το άτομο δεν θα βρίσκεται σε καμιάς μορφής ένταση, και θα έχει συνηθίσει την διαδικασία των θεραπειών, στόχος γίνεται η απόκτηση στασιμότητας. Οι προσπάθειες εστιάζονται στο να καθυστερήσει η πορεία της νόσου, και να διατηρηθεί για όσο το δυνατόν περισσότερο το υπάρχον επίπεδο λειτουργικότητας, όποιο και αν είναι αυτό.
            Στο σημείο αυτό, κάπου κατά την διάρκεια της θεραπείας, συμβαίνει κάτι ανέλπιστο. Το άτομο μπορεί να δείξει μια καλύτερη, μια βελτιωμένη εικόνα! Πιθανών να δείχνει πιο ήρεμο συναισθηματικά, πιο συνεργάσιμο, πιο δεκτικό, μπορεί ακόμα και να φαίνεται γνωστικά καλύτερα. Πως συμβαίνει κάτι τέτοιο?
            Ουσιαστικά, αυτή η ‘βελτιωμένη εικόνα’ είναι πλασματική. Το άτομο δεν βελτιώθηκε πραγματικά, δεν άλλαξε κάτι στην λειτουργία και δομή του εγκεφάλου του, και η πάθησή του παραμένει προοδευτική και μη- αναστρέψιμη. Αυτό που έγινε είναι ότι το άτομο συνήθισε!
            Με την θεραπεία (φαρμακοθεραπεία και/ ή ψυχοθεραπεία κάποιας μορφής) το άτομο αρχικά σταθεροποιήθηκε και έπειτα μπήκε σε μια ροή. Συνειδητά ή ασυνείδητα, ‘έμαθε’ στο πρόγραμμά του, και στην καθημερινότητά του. Έτσι, μπορούμε να πούμε πως το άτομο βίωσε την θεραπευτική αλλαγή επιτυγχάνοντας την θεραπευτική στασιμότητα.
            Ο όρος Θεραπευτική Στασιμότητα αναφέρεται στην επίτευξη της αλλαγής και βελτίωσης της καθημερινότητας του ατόμου, μέσα από την επίτευξη της σταθεροποίησης και επιβράδυνσης της νόσου. Η θεραπευτική στασιμότητα δεν υπονοεί πραγματική βελτίωση ή διακοπή της νόσου. Είναι ένας ρεαλιστικός στόχος και ένα επιτεύξιμο αποτέλεσμα που μπορεί να βελτιώσει όχι την πάθηση, μα την καθημερινότητα του ατόμου.




Βιβιογραφία

Feltham, C., Horton, I., (2000). Οδηγός Συμβουλευτικής και Ψυχοθεραπείας, Αθήνα, Εκδόσεις Π. Ασημάκη

Gauthier, S., (2007). Clinical Diagnosis and Management of Alzheimer’s Disease, UK, Informa Healthcare

Parks, R., W., Wilson, R., S., Zec, R., F., (1993). Neuropsychology of Alzheimer’s Disease and Other Dementias, Nnew York, Oxford University Press

Σημείωση: Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο online περιοδικό Ψυχογραφήματα.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Ψυχολογικά Συμπτώματα: Πότε Υποδηλώνουν Ψυχική Ασθένεια;



            Ένα ψυχολογικό σύμπτωμα είναι ένα αίσθημα, μία σκέψη ή μία κατάσταση την οποία μπορεί κανείς να βιώνει. Όλοι μας έχουμε περάσει από άγχος, θλίψη, στρες, και όλοι μας έχουμε βιώσει διάφορα ‘συμπτώματα΄. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως όλοι πάσχουμε από ψυχικές ασθένειες. Τι διαχωρίζει όμως το σύμπτωμα από την ασθένεια; Τι σημαίνει ψυχική ασθένεια;
            Η ψυχική ασθένεια μπορεί να οριστεί σε σχέση με την ψυχική υγεία. Μπορούμε να φανταστούμε τους δύο όρους σαν ένα συνεχές (continuum): στην μία άκρη του η απόλυτη ψυχική υγεία και ευεξία και στην άλλη η απόλυτη ψυχική ασθένεια. Μπορούμε να φανταστούμε αυτό το συνεχές ως μία ευθεία γραμμή. Καθώς κανείς (ή εστώ σχεδόν κανείς) δεν αγγίζει την απολυτότητα, οι περισσότεροι από εμάς κυμμαινόμαστε στους ενδιάμεσους τόνους. Η ψυχική υγεία και ασθένεια λοιπόν δεν είναι ‘άσπρο- μαύρο’ μα ενδιάμεσες αποχρώσεις του γκρι. Επίσης οι έννοιες δεν είναι εντελώς σταθερές: για παράδειγμα, κάποιος που απολύεται από την δουλειά του θα μετατοπιστεί στο συνεχές προς την πλευρά της ψυχικής ασθένειας (εάν βιώσει θλίψη, απογοήτευση και αισθήματα κατάθλιψης), ενώ όταν ο ίδιος βρει μία νέα δουλειά και έχει πολλές επαγγελματικές επιτυχίες θα μετατοπιστεί στο συνεχές προς την ψυχική υγεία.
            Οι μετατοπίσεις προς την πλευρά της ψυχικής ασθένειας κάνουν την εμφάνισή τους ως συμπτώματα (ο συνδυασμός των οποίων τελικά θα οδηγήσει σε νόσο). Όμως, εάν όλοι βιώνουμε κατά καιρούς συμπτώματα, τι σημαίνει αυτό για την ψυχική μας υγεία; Πως διαχωρίζεται το σύμπτωμα από την πάθηση;
            Ένα σύμπτωμα από μόνο του μπορεί να επηρεάζει το άτομο και την καθημερινότητά του. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως το άτομο δεν μπορεί να εργαστεί, να κοινωνικοποιηθεί, να διασκεδάσει. Εάν ένα σύμπτωμα εμποδίζει το άτομο από όλα αυτά τότε μπορεί να είναι δείγμα ψυχικής ασθένειας. Το κλειδί στην κατανόηση της βαρύτητας του συμπτώματος είναι η ίδια η λειτουργικότητα του ατόμου! Για παράδειγμα ένα άτομο που αγχώνεται με τον πολύ κόσμο βιώνει ένα σύμπτωμα, εάν όμως πάψει να βγαίνει έξω ή πανικοβάλλεται όταν συναναστρέφεται με πολύ κόσμο, τότε κλίνει προς την πλευρά της ψυχικής ασθένειας.
            Αξίζει να σημειωθεί πως η λειτουργικότητα σε εργασιακό και κοινωνικό επίπεδο αποτελεί και διαγνωστικό κριτήριο του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εργαλείου (DSM). Βάση αυτού, κάποιος μπορεί να διαγνωστεί με ψυχική νόσο εάν τα συμπτώματα μειώνουν την εργασιακή και κοινωνική λειτουργικότητα, και εάν αυτή η κατάσταση παρουσιάζει διαφορά από προηγούμενη.
            Αυτό γιατί είναι σημαντικό για εμάς; Ο καθένας από εμάς προσωπικά μπορεί να αναγνωρίζει σε ποιο σημείο του συνεχούς βρίσκεται την εκάστοτε φάση της ζωής του. Ταυτόχρονα, μπορεί κανείς να έχει κατά νου την δική του λειτουργικότα- όταν παρατηρεί ότι αυτή μειώνεται τότε το σύμπτωμα αρχίζει να καταλαμβάνει μεγάλο μέρος στην καθημερινότητα. Ένα ψυχολογικό σύμπτωμα δεν είναι κάτι το καθοριστικό ή το απόλυτο. Υποδηλώνει μία δύσκολη φάση ζωής και υπονοεί πως μπορεί να υπάρξει βελτίωση.
            Έτσι η ύπαρξη ενός συμπτώματος δεν πρέπει να μας τρομάζει ή να μας καθηλώνει. Ας αναγνωρίσουμε πως το σύμπτωμα είναι ελεγχόμενο και διαχειρίσιμο και πως μπορούμε να βρούμε διέξοδο. Ένα σύμπτωμα από μόνο του δεν σημαίνει πως το άτομο δεν είναι λειτουργικό ή πως πάσχει από κάποια ψυχική νόσο. Στην περίπτωση ύπαρξης συμπτώματος, βοηθά να διαχωρίζουμε αυτό από το άτομο: είναι διαφορετικό το να πούμε ότι κάποιος βιώνει άγχος και άλλο το να τον χαρακτηρίσουμε ως αγχώδη, για παράδειγμα. Το σύμπτωμα δεν μας καθορίζει απόλυτα!
            Καλό είναι να παρατηρούμε στον εαυτό μας και τα κοντινά μας πρόσωπα πιθανά συμπτώματα και (κυρίως) την μείωση της λειτουργικότητας, και να αναζητούμε βοήθεια από το περιβάλλον μας ή από ειδικούς ψυχικής υγείας.
  


Βιβλιογραφία
Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία, (2000). Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών, 4η έκδοση, Washington D.C, Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία
Χριστοπούλου, Α., (2008). Εισαγωγή στην Ψυχοπαθολογία του Ενήλικα, Αθήνα, Εκδόσεις Τόπος
Χαρτοκόλλης, Π., (1991). Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο



Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα Ψυχογραφήματα. 

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2019

Q & A

Στείλτε τις ερωτήσεις σας μέσω mail ή σε σχόλιο και θα δοθεί απάντηση μέσω βίντεο! 

Q & A Teen Version!